Η ανάπτυξη του eCommerce συνεχίζεται, αλλά το μοντέλο που τη στηρίζει αλλάζει ουσιαστικά. Σύμφωνα με τη νέα μελέτη «The State of E-commerce in Central Europe 2026» των ECDB και Mastercard, η επόμενη φάση ανάπτυξης δεν θα βασιστεί τόσο στην απόκτηση νέων πελατών, όσο στην αύξηση της συχνότητας αγορών και στην ενσωμάτωση της τεχνητής νοημοσύνης στη διαδικασία λήψης αποφάσεων, ιδίως σε αναπτυσσόμενα markets όπως η ελληνική αγορά.
Έτσι, πλέον η επιτυχία δεν θα κρίνεται μόνο από το traffic ή το acquisition, αλλά από το πόσο συχνά επιστρέφει και αγοράζει ο πελάτης και από το αν το brand παραμένει «ορατό» όχι μόνο στους χρήστες, αλλά και στους αλγορίθμους.
Η εικόνα της αγοράς στην κεντρική Ευρώπη
Τα δεδομένα της μελέτης δείχνουν ότι το eCommerce συνεχίζει να αναπτύσσεται με σταθερό ρυθμό. Η συνολική αξία της αγοράς στην κεντρική Ευρώπη αυξήθηκε από 111,5 δισ. ευρώ το 2019 σε 191,3 δισ. ευρώ το 2025 και αναμένεται να ξεπεράσει τα 223 δισ. ευρώ έως το 2027.
Ωστόσο, η ανάπτυξη δεν είναι ομοιόμορφη. Η Γερμανία παραμένει η κυρίαρχη αγορά, συγκεντρώνοντας πάνω από το 50% του συνολικού όγκου, ενώ αγορές όπως η Πολωνία, η Ελλάδα και η Σλοβακία εμφανίζουν σημαντικά περιθώρια περαιτέρω ανάπτυξης. Για τους Έλληνες επαγγελματίες, αυτό μεταφράζεται σε ευκαιρία καθώς η αγορά δεν έχει ωριμάσει πλήρως, άρα υπάρχει χώρος για scaling.
Ελλάδα: Αγορά σε φάση επιτάχυνσης
Η ελληνική αγορά eCommerce βρίσκεται σε κρίσιμο σημείο μετάβασης. Παρότι η διείσδυση παραμένει χαμηλότερη σε σχέση με ώριμες αγορές όπως η Γερμανία ή η Αυστρία, οι προοπτικές ανάπτυξης είναι ιδιαίτερα ισχυρές. Ο εκτιμώμενος τζίρος για το 2026 φτάνει τα 9,7 δισ. ευρώ, ενώ υπάρχουν δύο βασικοί μοχλοί ανάπτυξης: η αύξηση του αριθμού online αγοραστών και της συχνότητας αγορών.
Παράλληλα, το 38% των δαπανών των Ελλήνων κατευθύνεται σε διεθνείς πλατφόρμες, γεγονός που εντείνει τον ανταγωνισμό για τα εγχώρια online store. Ωστόσο, το 62% εξακολουθεί να πραγματοποιείται σε ελληνικά καταστήματα, ένα στοιχείο που δείχνει ότι υπάρχει ισχυρή βάση για περαιτέρω ανάπτυξη.

Ένα από τα πιο κρίσιμα συμπεράσματα της μελέτης είναι ότι η ανάπτυξη δεν προέρχεται πλέον από την αύξηση της μέσης αξίας παραγγελίας (AOV), αλλά από τη συχνότητα αγορών, αλλάζοντας τις προτεραιότητες σε customer retention, seamless εμπειρία χρήστη και ταχύτητα και ευκολία checkout. Για παράδειγμα, ένα eshop που καταφέρνει να μετατρέψει έναν πελάτη από 2 σε 5 αγορές τον χρόνο, μπορεί να αυξήσει σημαντικά τα έσοδά του χωρίς επιπλέον κόστος απόκτησης.
Agentic Commerce: Όταν το AI αγοράζει για τον χρήστη
Το πιο disruptive στοιχείο της μελέτης είναι η έννοια του «agentic commerce». Πρόκειται για ένα νέο μοντέλο όπου η τεχνητή νοημοσύνη δεν περιορίζεται στην αναζήτηση προϊόντων, αλλά συμμετέχει ενεργά στη διαδικασία αγοράς.
Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι οι AI assistants θα συγκρίνουν προϊόντα και τιμές, θα προτείνουν επιλογές βάσει προτιμήσεων και θα ολοκληρώνουν αγορές με έγκριση από το χρήστη, ενώ σε επόμενο στάδιο, θα πραγματοποιούν αυτόματες επαναλαμβανόμενες αγορές
Η μετάβαση αυτή ανοίγει σημαντικές ευκαιρίες, αλλά απαιτεί και προσαρμογή. Οι επιχειρήσεις που θα κινηθούν έγκαιρα μπορούν να αποκτήσουν ανταγωνιστικό πλεονέκτημα. Θα πρέπει να επενδύσουν σε δεδομένα και customer insights, στη βελτιστοποίηση προϊόντων και structured data και στην υιοθέτηση εργαλείων αυτοματοποίησης και personalization. Η «μάχη» μεταφέρεται σταδιακά από τα marketplaces και τα ads, στα recommendation systems και στους AI agents.

Το επόμενο βήμα του eCommerce
Το eCommerce δεν σταματά να αναπτύσσεται, αλλά ωριμάζει. Η επόμενη δεκαετία θα καθοριστεί από τρεις βασικούς παράγοντες: συχνότητα αγορών, εμπιστοσύνη καταναλωτών και τεχνητή νοημοσύνη.
Για την ελληνική αγορά, η συγκυρία είναι ιδανική. Όσοι επενδύσουν τώρα σε τεχνολογία, εμπειρία χρήστη και AI-ready υποδομές, θα είναι αυτοί που θα ξεχωρίσουν σε ένα περιβάλλον όπου η ορατότητα δεν θα καθορίζεται μόνο από το marketing, αλλά και από τους αλγορίθμους. Το ερώτημα πλέον δεν είναι αν αλλάζει το eCommerce αλλά πόσο γρήγορα θα προσαρμοστούν τα eshop στη νέα πραγματικότητα.
